Εξεπλάγην / Σοκαρισμένος /ekspláʝi/ Adjective

English
shocked
ไทย
ช็อก

Example

  • Έμεινα σοκαρισμένος (παγωμένος / άναυδος / άφωνος) όταν είδα τι είχε κάνει.
  • I was quite shocked when I found out what he'd done.
  • Η χρήση του ρήματος 'μένω' (μένω σοκαρισμένος) είναι μαγνητική.